ἐρυσινηΐς

ἐρῠσῐ-νηΐς, ΐδος, , either
A preserving ships or checking ships (cf. ἰσχάς),

ἄγκυρα AP6.90

(Phil.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ερυσινηίς — ἐρυσινηΐς, ΐδος, ἡ (Α) αυτή που φυλάει και σώζει το πλοίο («ἐρυσινηΐς ἄγκυρα», Ανθ. Παλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. ερυσι (< ερύω ΙΙ) + θ. *νηF τού ναυς* (πρβλ. βροντησικέραυνος, τερψίμβροτος κ.ά.)] …   Dictionary of Greek

  • ἐρυσινηίδα — ἐρυσινηΐδα , ἐρυσινηίς preserving ships fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.